ΑΓΓΕΛΟΙ

Υπάρχουν άγγελοι, στ’αλήθεια υπάρχουν

ντυμένοι χιτώνια και ενδυμασίες εκτός μόδας

Κάθονται σε ένα τραπέζι  πίνουν μπύρα φλυαρούν

νυστάζουν πάνε για ύπνο αργά

και εκεί στη γκαρνταρόμπα αναπαύεται μια λευκή φτερούγα

Δεν αισθάνονται αποστροφή για τους νεκρούς

για το μόχθο και τον ιδρώτα τους

γιατί το να πεθάνεις είναι τόσο σκληρό όπως να σπρώχνεις

ένα αλέτρι την άνοιξη

Με μιαν άσπρη ρόμπα ενός γιατρού σκύβουν

πάνω στον άρρωστο

και στους γέροντες λένε Λοιπόν πρέπει να αποδεχθείς

αυτό που σου συμβαίνει

Στα φωτοστέφανα των γυμνών κεφαλών

στις γκρίζες πλεξούδες

προσποιούνται μερικές φορές ότι είναι

ένας ιερέας που κλαίει μονάχος

με το μέτωπο να αναπαύεται σε ένα τραπέζι

Ξαφνικά ανακαλύπτουν μια λέξη ενός ποιητή

η διαπεραστική φωνή τους ανοίγει το δρόμο της

μεσα από μια συμφωνία

και πεθαίνουν νέοι στη θέση αυτών που δεν θέλουν

να πεθάνουν

ή εμφανίζονται ξαφνικά κάτω από ένα χειρουργικό μαχαίρι

Ο αναισθησιολογος τρέχει φωνάζοντας

Επιδέστε τις φλέβες

αλλά ειναι πια μακριά

στον ουρανό ήδη

Και μονάχα ένα σύννεφο θροϊζει κοντά τους

μόνο ένα σύννεφο θροϊζει

Υπάρχουν άγγελοι πραγματικά υπάρχουν

αρπάζουν κάθε σωστή ιδέα με το ψαροκάλαμο

της ευφυίας τους

και από κάδους γεμάτους αλήθεια ξεχύνουν

μια σταλιά για γούρι

ψήνουν γλυκίσματα ποσάρουν ψάρι με λευκό κρασί

τους αρεσουν τα καλά αστεία

και το ασπράδι των ματιών τους λαμποκοπά

με χαμόγελο

και δεν ξέρουμε αν σ’ενα όχημα που

κατευθύνεται στη σελήνη

ένας τους δε θα συντριβεί κρυφά

μέσα σε μια διαστημική στολή

Τα νεογνά τους είναι πολύ στιβαρά

όπως στους πίνακες των Φλαμανδών

είναι πραγματικά σώματα σα αμυδρά βουβάλια

στο χείμαρρο

όμως υπάρχει μέσα τους μια άγρια

αλλά ευγενική δυναμη

μια φιλική αύρα κυματίζει στους μανδύες τους

Κάθονται ήσυχοι σε μια αίθουσα αναμονής

στον οδοντογιατρό

σε μιαν άδεια καρέκλα και είναι

οι τελευταίοι στη σειρά για να τον δουν

Μια μεγάλη σιωπή έρπει πίσω τους

Κι αυτό είναι σημάδι πως μπορείς

ν’αναγνωρίσεις ότι υπάρχουν άγγελοι

Αννα Καμιένσκα, από τη συλλογή «Ξαφνιάσματα» εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2009 μετάφραση Βασίλης Καραβίτης

Μικροάρθρο

η πέτρα και άλλες ιστορίες ΙΙ

 σε σημεία του χρόνου ξεχνάς ποιος είσαι, ξεχνάς την καθημερινότητα σου και για ποιον λόγο βρεθηκες εκεί. Θυμάσαι μόνο αυτό στο οποίο εστιάζεις, σαν να συρρικνώνεται ο χρόνος, όλα τα άλλα γύρω να μην έχουν την παραμικρή σημασία και για μια και μοναδική στιγμή βρίσκεις επιτέλους τις κατάλληλες λέξεις!

Μικροάρθρο

η πέτρα και άλλες ιστορίες

 

«there is something inside you

it’s hard to explain

they are talking about you girl

but you ‘re still the same»

Nightcall «I saw 43 sunsets»

Που λέτε, είχα ενα χόμπυ να μαζεύω πέτρες. Καλά, κυρά μου και σύ, θα μου πείτε, τέτοιο χόμπυ βρήκες;

Εμ ναι, ή να κοψομεσιαστείς ή άσ’το.

Τώρα τελευταία σ’όποια παραλία πήγαινα μάζευα κι από καμιά πετρούλα.

Πλακουτσωτές, μακρουλές, στρογγυλές ή μακρόστενες. Ροζ, μια, η αγαπημένη μου, κάτι γκρίζες που στην παραλία φαινόντουσαν ιδιαίτερες κάτω από το φως του ήλιου και δίπλα στο κύμα, και μετά στο διαμέρισμα χάνανε την λάμψη τους, μοιάζαν απλές πέτρες. Οι πιο ελκυστικές ήταν εκείνες που τις είχε φάει το κυμα, τις είχε γλύψει για τα καλά και ήταν απίστευτα απαλές στην αφή.

Μερικές είχαν κάτι ενδιαφέροντα βαθουλωματάκια, κάτι λακκουβίτσες, σαν λακκάκια ή σημάδια προσώπου. Ήθελες συνέχεια να βάζεις εκεί το χερί σαν για να κρατηθείς.

οι πέτρες εμπαιναν μέσα στην τσάντα, νόμιζα οτι κάτι κράταγα από την απίστευτη ομορφιά της θάλασσας και της στιγμής. Για καιρό μέναν παρατημένες στο πάτο της τσάντας μου και κάποια στιγμη που, επιτέλους, την άδειαζα, τις έβγαζα και τις έβαζα πάνω σ’ενα περβάζι, σε έναν πάγκο. Όπως είμαι ακατάστατη, μοιάζαν περισσότερο με αντικείμενα ξεχασμένα αφημένα εκεί, παρά με διακοσμητικό στοιχείο στο σπίτι μέσα. Κάποιος μπαίνει, τακτοποιεί, και οι πέτρες μου παραμερίζονται στην ακρούλα.

Σκέφτομαι ότι τα αντικείμενα που αγαπάω-ας μιλήσω μόνο για αυτά-δεν είμαι άξια να τα αναδείξω, να πάρουν κι αυτά μια αξιόλογη θέση στη καθημερινότητα μου. Δε λέω να μπούνε σε καμιά βιτρίνα αλλά έστω κάπως να φαίνονται. Εγώ βεβαια ξέρω οτι τα έχω και τα κρατάω. Και μου ‘ναι πάρα πολύ δύσκολο να πετάω και τα φυλάω όλα στην άκρη. Όμως έτσι μαζεύονται πολλά, πάρα πολλά και μέσα στον χαμό δεν φαίνεται τίποτα…! (είδες δάσκαλε, έμαθα να βάζω τρία αποσιωπητικά, όχι δύο)

 

 

 

μεγάλες αποστάσεις

απίστευτα μεγάλες αποστάσεις

 

διόρθωσα τις κάλτσες μου και σηκώθηκα να βγω έξω.

κάτι είχε πέσει κάτω. έσκυψα να το δω. διάβασα τι έγραφε:

«σήμερα είναι μια ωραία μέρα και είμαι απλά μόνος μου. το χω συνηθίσει πια. »

το φύλαξε στην τσέπη της και βγήκε έξω κλειδώνοντας καλά τα συρτάρια του γραφείου της.

οι αποστάσεις που βρισκόταν το τελευταίο διάστημα συνεχώς αυξομειώνονταν. να σαι καλά ταξιδάκι μου με τις εναλλαγές σου.

από σήμερα όμως εδώ. εδώ και ήσυχα. τέρμα οι τρελές περιπέτειες μες τη φαντασία της. ας σοβαρευτούμε πια.

Μικροάρθρο

χριστουγεννιάτικη ιστορία

Μην αφήνεις κενά…σου ‘χω πει, μην αφήνεις κενά!

το κορίτσι σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε. οι άλλοι ανθρωποι εξακολουθούσαν τη δουλεια τους.

Πώς μπορώ να συνεχίσω. Εδώ πέρα δεν έχει καθολου ησυχία και δε μπορώ να δουλέψω. Πότε μπαίνει ο ένας, πότε μπαίνει ο άλλος…μια συνεχή βαβουρα! Προσπαθώ να σκεφτώ, να γράψω και δεν τα καταφέρνω. Πας να ξεκινήσεις κάτι, παει λίγο να πάρει μπρος το μυαλό και κάτι συμβαίνει, κάποιος μπαίνει και ρωτάει κάτι ή λέει ένα αστείο γιατί κάνει διάλειμμα και …τσουπ! το ‘χασες. Βέβαια, τι να πεις κιόλας; Μη μιλάτε; Όχι. Θα είσαι κακός. Υπερβολικός. Αυταρχικός! Καταπιεστικός. Και πολλά άλλα.

Και οι μέρες παιρνούν…και η δουλειά συνεχίζεται κάπως έτσι.

Μέσα στα συνεχή προσκόμματα παλεύεις σαν να περπατάς σε ένα δρομο κακοτράχαλο να βρεις ένα τρόπο αλλά κι έναν λόγο να συνεχίσεις! δεν είναι εύκολο.

Κι άλλη μια ιστορία φτάνει στο τέλος της. Αυτή όμως, μόλις ξεκίνησε.

Το γράψιμο θα σου κάνει παρέα. Οι λέξεις καμιά φορά σε κάνουν να νιώθεις κάπως καλύτερα. Δίνουν σχήματα και χρώματα.

η ιστορία αυτή θα συνεχιστεί.