Μικροάρθρο

Πάνω

 

ήρθε η μέρα που επιτέλους περίμενες. τακτοποίησες τα πράγματά σου σε κουτιά και τσάντες, τα φόρτωσες στο αμάξι κι έφυγες. πώς ήταν εκείνη η διαδρομή; Κουραστική; γρήγορη; τώρα πια δε θυμάσαι. Θυμάσαι ότι έφτασες κι άρχισες να ξεφορτώνεις, πολύ γρήγορα είχες τελειώσει. Τόσα ήταν ; σκέφτηκες. Πιο λίγα φαίνονται από κάθε άλλη φορά. Γύρισα πίσω.

Μέσα σε μια-δύο εβδομάδες είχες τακτοποιηθεί στα βασικά, κι εξάλλου δε σ’ένοιαζε. a new era begins που λένε κι οι αγγλομαθείς.

Σήμερα ακολουθείς μια διαδρομή με το τραίνο, βλέπεις διάφορα πρόσωπα, άλλα λυπημένα άλλα θυμωμένα άλλα αδιάφορα, άλλα χαρούμενα, το καθένα με τις έγνοιες του. Σκυμμένοι όλοι ή σχεδόν όλοι πάνω στα ι-phone τους, να περάσει η ώρα. Κάπου κάπου ένα γέλιο, μια μουσική, ένας καβγάς, μια παρέα παιδιών που μπαίνουν σπρώχνωντας και γελώντας. ή ένα ζευγάρι που φιλιέται με πάθος κι επιδεικτικά, έτσι, να τους δει όλος ο κόσμος, να ζηλέψει.

και κάποτε ένα άλλο ζευγάρι, η γυναίκα είναι λίγο κουρασμένη, γύρω στα 40 , η ξανθιά φράντζα πέφτει όμορφα μπροστά από το κουρασμένο δέρμα της, ο άντρας σκύβει και της λέει κάτι στ’αυτί, εκείνη γνέφει θετικά, μετά ξανασκύβει της λέει κάτι άλλο, ξαναγνέφει, συμφωνεί, στο τέλος ο άντρας τη φιλάει και κατεβαίνει στη στάση, εκείνη πάει να καθίσει.

πόσο όμορφα δείχνουν αυτά τα μπαλκόνια, τα παρκαρισμένα αμάξια από τα παράθυρα του τρένου, σκέφτεσαι. Σε λίγο θα συνηθίσεις κι εσύ, δεν θα τα κοιτάς πια.

Κάθε πρωί περπατάς στη λεωφόρο για δέκα λεπτά μέχρι να φτάσεις στη δουλειά μ’ έναν καφέ στο χέρι. Περπατάς βιαστικά, δίπλα σου περνάνε νταλίκες, λεωφορεία, αμάξια. Κι άνθρωποι βέβαι. Κάθε ένας έχει κάτι γνώριμο, μα το ρούχο, μα το βλέμμα, κάτι σου θυμίζει ή θα μπορούσε να σου θυμίζει, θα μπορούσες να τους μιλήσεις. Βέβαια δεν το κάνεις.

Κι ύστερα θα έρθει το βράδυ. Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους ή τουλάχιστο έτσι νομίζω. Όταν έρχεται το βράδυ, ενώ πάνε να ξεκουραστούν, κάτι ψάχνουν να βρουν.

Κι ύστερα σιωπούν. και χαμογελάνε από μέσα τους. για άλλη μια φορά..